Προτάσεις Γαβρόγλου: Περισσότερες εξετάσεις για τους μαθητές, λιγότερες θέσεις για τους καθηγητές

Είναι γνωστό ότι ποτέ δεν πήραμε στα σοβαρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Όχι γιατί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί σε μια καπιταλιστική χώρα. Αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες με σοβαρή παραγωγική βάση και δυνατότητες σχετικά μακροπρόθεσμου σχεδιασμού έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τη ροή πιο «τακτοποιημένα» και χρονικά μοιρασμένα – που μπορεί να σημαίνει και ακόμα πιο ταξικά. Η ιμπεριαλιστική Γερμανία που εφαρμόζει σκληρό ταξικό διαχωρισμό από το δημοτικό ακόμα, έχει παράλληλα και τη δυνατότητα εκτός από το «μαστίγιο» να χρησιμοποιεί και το «καρότο»: Ο γιός του βιομηχανικού εργάτη που θα έχει κατευθυνθεί από μικρός στην επαγγελματική εκπαίδευση θα μπορεί… τουλάχιστον να διεκδικήσει ένα μεροκάματο στις γερμανικές βιομηχανίες ή επιχειρήσεις. Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν υπαινισσόμαστε καθόλου ότι αυτή η πραγματικότητα εμπεριέχει οτιδήποτε το φιλολαϊκό, απλώς κάνουμε τη δική μας ανάλυση.

Όμως, ο εξαρτημένος ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει τέτοιες δυνατότητες σχεδιασμού. Το βάθεμα της εξάρτησης, η όξυνση της κρίσης και η παραπέρα αποσυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της χώρας αποτελούν τις βάσεις των συνεχών «μεταρρυθμίσεων» (δηλαδή αντιδραστικών αναπροσαρμογών) που γίνονται στην ελληνική εκπαίδευση και που αφαιρούν οποιαδήποτε δυνατότητα στην αστική τάξη να λύσει το πρόβλημα της ροής των μαθητών και του καταμερισμού τους μέσω (και) «καρότων». Αυτός είναι και ο λόγος των (έως γελοιότητας) παλινωδιών στην Επαγγελματική Εκπαίδευση. Στην Ελλάδα το πρόβλημα του ταξικού καταμερισμού στην εκπαιδευτική ροή λύνεται με δύο βασικά τρόπους: μέσω των εξωεκπαιδευτικών φραγμών και του κοινωνικού ταξικού φίλτρου, που πετούν έξω (ουσιαστικά ή και τυπικά) τα παιδιά φτωχών και άνεργων οικογενειών και μέσω των άμεσων βίαιων εκπαιδευτικών φραγμών, που δεν είναι άλλοι από τις γνωστές εξετάσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που πίσω από τις εξαγγελίες για «κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων» εμείς βλέπαμε περισσότερες εξετάσεις με άλλο όνομα (κατά τη γνωστή συριζέικη επικοινωνιακή τακτική).

Οι εξαγγελίες για το «Νέο Λύκειο» (η κατάσταση είναι κωμική, όσον αφορά τα ΕΠΑΛ, αυτή τη στιγμή είμαστε στο νέο, νέο, νέο ΕΠΑΛ!) συνοψίζονται στο δίπολο: περισσότερες εξετάσεις για τους μαθητές, λιγότερες θέσεις για τους καθηγητές. Πιο συγκεκριμένα:

1.      Το Λύκειο γίνεται εξεταστικό κέντρο. Οι πανελλαδικού τύπου εξετάσεις (διαγώνισμα το λέει η κυβέρνηση) το Γενάρη αλλά και οι εργασίες που θα διορθώνονται από άλλο σώμα εκπαιδευτικών οξύνουν τους ταξικούς φραγμούς και την εντατικοποίηση. Οι αιτιάσεις του Υπουργείου περί «προαιρετικότητας» της προσμέτρησής τους στον τελικό βαθμό στερούνται σοβαρότητας. Η πίεση θα αυξηθεί έτσι κι αλλιώς. Και τα φροντιστήρια επίσης, μιας και ανταγωνισμός όχι μόνο παραμένει αλλά και οξύνεται.

2.      Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να υπηρετηθεί και ο διακαής πόθος του συστήματος για βίαιη μετακίνηση μαθητών στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση.

3.      Η μείωση των ωρών του προγράμματος κατά μία ώρα στη Β’ Λυκείου και κατά τρεις ώρες στη Γ’ Λυκείου οδηγεί σε αύξηση των υπεραριθμιών των καθηγητών. Οι ώρες αυτές πολλαπλασιασμένες επί τα τμήματα επί τα Λύκεια κάθε περιοχής θα βγάλουν πολλά λιγότερα ωράρια ανά ΠΥΣΔΕ (διοικητική εκπαιδευτική περιοχή της δευτεροβάθμιας).

4.      Η κατάργηση και συγχώνευση μαθημάτων (στη Β’ Λυκείου από 18 σε 10 και στη Γ’ Λυκείου από 15 σε 7) θα οδηγήσει σε παραπέρα δημιουργία υπεραριθμιών και πιθανά συνολικό «περίσσευμα» ειδικοτήτων.

5.      Η παραπάνω μεταβολή και η συνακόλουθη ενεργοποίηση – διεύρυνση της τρίτης ανάθεσης μαθημάτων θα οδηγήσει όχι μόνο στην παραπέρα ελαστικοποιήση των εργασιακών σχέσεων των μόνιμων εκπαιδευτικών, αλλά (και αυτό είναι ακόμα πιο σοβαρό) μέσω του ντόμινο και στην απόλυση (μέσω της μη πρόσληψης) χιλιάδων αναπληρωτών που δουλεύουν χρόνια και πια δε θα είναι «απαραίτητοι»!

6.      Η πανελλαδικοποίηση του διαγωνίσματος του πρώτου τετραμήνου (του οποίου η βαθμολόγηση θα γίνεται ηλεκτρονικά) αλλά και η ανώνυμη εξωτερική αξιολόγηση των μαθητικών εργασιών της Γ’ Λυκείου, όπως λέει ο Γαβρόγλου λειτουργούν «ως ένας ‘αντικειμενικός’ δείκτης για την αξιολόγηση του υποψηφίου από τον εκπαιδευτικό», συνδέοντας έτσι την αξιολόγηση του μαθητή με την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

7.      Η ακόμα μεγαλύτερη υποταγή των δύο τελευταίων τάξεων του Λυκείου στη διαδικασία προετοιμασίας στην πληθώρα εξετάσεων θα αυξήσει το κλίμα εσωτερικού ανταγωνισμού ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και θα οξύνει την πολιτική της de facto αξιολογικής περικύκλωσης του κλάδου.

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, όσο το κίνημα των εκπαιδευτικών παραμένει αδρανές, τόσο θα οξύνεται η ανθρωποφαγία, η κόντρα ειδικοτήτων και τα «αιτήματα» για αύξηση των ωρών διδασκαλίας της μιας κόντρα στην άλλη ειδικότητα. Ούτε πραγματική κριτική είναι η γκρίνια για «κυβερνητική προχειρότητα», ούτε βέβαια η λύση είναι η αναζήτηση «εποικοδομητικών προτάσεων» που θα παραδώσει το κίνημα στην κυβέρνηση για της υποδείξει με ποιο τρόπο η αστική εκπαίδευση θα λειτουργεί προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού. Η κυβερνητική υιοθέτηση του «αιτήματος» περί 14χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης –που δεν αποτελεί κανενός είδους απτή προοδευτική δέσμευση- θα έπρεπε να βάλει μυαλό σε όσους πλέουν σε πελάγη ρεφορμιστικών φαντασιώσεων, οι οποίες τελικά ρίχνουν νερό στο μύλο της αντιλαϊκής πολιτικής.

Η αποκάλυψη των πραγματικών συνεπειών της εφαρμογής των προτάσεων για το «νέο Λύκειο» δεν μπορεί παρά να στοχεύει στην έναρξη συλλογικών διαδικασιών, στη σύγκληση γενικών συνελεύσεων του κλάδου, σε αποφάσεις για αγώνες να μην περάσουν τα σχέδια του συστήματος και της κυβέρνησής του. Αγώνες στους οποίους οι καθηγητές μπορούν να συναντηθούν με τους μαθητές.